Σκοπός ιστολογίου

Για να προβάλουμε αυτά που μας παραδόθηκαν, να θυμόμαστε αυτούς που μας τα παράδωσαν, να μην ξεχνιόμαστε, να επικοινωνούμε και να μη χανόμαστε.....

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Για το φύτεμα σ'τσι Λίμνες, του Μηνά Αγκριθαράκη


Ποίημα του Κωστή Γεργιανάκη, που περιγράφει την ιστορία αγοράς και καλλιέργειας του χωραφιού στις Λίμνες* όπου φύτεψε αμπέλι και έφτιαξε μετόχι, ο παππούς μας Μηνάς Αγκριθαράκης και όπου πέρασε τα μικράτα της η κόρη του, η γιαγιά Καλλιρρόη (μιλάμε για γύρω στο 1938 με '40).
*Λίμνες: περιοχή πίσω από τον Γιούχτα, στον Προφήτη Ηλία (παλιά ονομασία: Κανλί Καστέλι)

"Αγκριθαράκης ο Μηνάς από τσι Πάνω Αρχάνες
θέλει να κάμει φύτεμα, δεν έχει και παράδες.
Για ν' αγοράσει και τη γη, απού θα το φυτέψει,
για κείνο αποφάσισε σ' τσι Λίμνες να στρατέψει.


Λίμνες - ο παππούς Μηνάς Αγκριθαράκης στον οψιγιά,
στο βάθος ο Γιούχτας

Κι ένα πρωί σηκώνεται και πάει στο Καστέλι,
να βρει κανένα ανάξιο που να μην έχει αμπέλι,
να 'χει χωράφια άχρηστα, παιδιά που να βαριούνται
και να θωρούνε τη δουλειά και να τηνε φοβούνται.
Και στο Καστέλι έφτασε, μπαίνει στο καφεδάκι
και βρίσκει εκειά το Νικολή Ζαχαροστελλιανάκη.
Του είπε την ιδέα ντου, του είπε το σκοπό του,
για ποια αφορμή τον ώθησε και πήγε στο χωριό του.
Κι ο Νικολής τον ήπηρε και πάει στη μαμά του,
που 'χε χωράφια χέρ(ι)σα, (α)ντρομοίρι (=κληρονομιά) του μπαμπά του.
Και κει εσυμφωνήσανε αμπέλι να το βάλει, 
μα να το βάλει σουλτανί και όχι κοτσιφάλι.


Το αμπέλι στις Λίμνες - τρύγος

Μα έξι χρόνους συμφωνούν να το καλλιεργήσει,
να πάρει εκείνος το μισό και τ' άλλο να του αφήσει.
Απίτι (=κι αφού) (ε)συμφωνήσανε επήγε στο χωριό του
και το 'πε τσι γυναίκας του μαζί με των παιδιώ ντου.
Την άλλη μέρα τσι 'πηρε σ' τσι Λίμνες κατεβαίνει,
χαλίκια εμαζώνανε κι ήταν φχαριστημένοι.
Τσι χαρουπιές ξεπάτωσε  και τις (ε)ξεριζώνει, 
κεντρίζει όλες τσ' αχλαδιές και τους ενημερώνει.
Μα οι Καστελιανοί του λέγανε πως Νότος θα το βράζει,
μα εκείνος ξέρει τη δουλειά, για κείνο δεν τον νοιάζει.


Παρέα με Καστελιανούς: στη μεσαία σειρά από αριστερά, μετά τα παιδιά τρίτη η γιαγιά Καλλιρρόη, παραδίπλα της δεξιά προς τα κάτω η θεία η Άννα (του θείου Γιάννη), δίπλα της πιο χαμηλά η θεία Κατίνα, πίσω της η θεία Πελαγία και δίπλα της ο Δημοστέλης 

Οι Αρχανιώτες του 'λεγαν πως σιρμαγιά πως θέλει,
μα είχε διαθέσιμο πάντα του Δημοστέλη.
Τσι σκοίνους εξεπάτωνε και τους εξεριζώνει,
σ' τσ' Αρχάνες ξύλα τα πουλεί και τα λεφτά  μαζώνει.
Κι όλο ψωμί αγόραζε και τους ετροφοδότα
κι άσε τον κόσμο να ρωτά κι όλο γι' αυτόν ερώτα.
Τελείωσε το φύτεμα, το σκάψιμο αρχινίζει, 
πάλι χαλίκια διάλεγε σα να το κοσκινίζει.
Ο Γεργιανάκης του 'λεγε βαθιά να μην το σκάφτει,
για θα ξεράνει το φυτό και θα γενεί χωράφι.
Μα δεν του αφρουγκάστηκε και τώρα έχει ζάλη,
που θέλει ξαναφύτεμα, φυτά γυρεύει πάλι.
Μα όλα τα τελείωσε κι έχτισε και σπιτάκι,
μα θέλει να 'βρει και νερό απού δεν έχει στάξη (=σταγόνα).
Και το πηγάδι αρχίνισε κι οκτώ μέτρα τ' ανοίγει
και βρίσκει άφθονο νερό και τώρα ξεχειλίζει...."


Γεργιανάκης Κωνσταντίνος
(από το Βενεράτο (ή τη Γέργερη?), γείτονας στις Λίμνες,
η γυναίκα του Γαρεφαλιά από το Καστέλι)
Ήταν ανάπηρος του 1ου Παγκοσμίου πολέμου (στην Όαση στο Ηράκλειο αυτός φύτεψε τα πιο πολλά δένδρα στο Γεωπονικό κήπο), πολυτάλαντος και πανέξυπνος.
Έγραφε ποιήματα, ιστορίες, μαντινάδες, παροιμίες.



Για το θείο Γιάννη Αγκριθαράκη έβγαλε την εξής μαντινάδα:
"Η μοίρα μου με δίκασε, να ξοριστώ σ' τσι Λίμνες
να θέτω στην αμοναξά, κάτω σ' τσι αστιβίδες"

Για τη γιαγιά Καλλιρρόη έβγαλε:
"Δεν πάω μπλιο στο πρόβατο, μακάρι να ψοφήσει
γιατί κανείς τη βόσκισα, δεν πάει ν' αγαπήσει"



ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!



Δεν υπάρχουν σχόλια: