Σκοπός ιστολογίου

Για να προβάλουμε αυτά που μας παραδόθηκαν, να θυμόμαστε αυτούς που μας τα παράδωσαν, να μην ξεχνιόμαστε, να επικοινωνούμε και να μη χανόμαστε.....

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Η Διακαινίσιμος εβδομάδα


Θεωρείται ως μία ημέρα με την Κυριακή του Πάσχα, ψάλλεται κάθε μέρα απαράλλαχτα όλη η ακολουθία του Πάσχα και ονομάζεται "Διακαινίσιμος" γιατί είναι αρχή "καινής" (καινούργιας) ζωής για όλους. Ιδιαίτερα όμως γι αυτούς που βαπτίζονταν τους πρώτους αιώνες το Πάσχα και λαμπροφορεμένοι βεβαίωναν και μ' αυτόν τον τρόπο την αρχή της νέας ζωής τους (εξ ου και Λαμπρή, γι αυτό και συνεχίζουμε μέχρι σήμερα να λαμπροντυνόμαστε εκείνη τη μέρα)*.


Τρίτη του Πάσχα
Εορτή Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης
Γενέσιον Θεοτόκου Μπεντεβή


Το κενό μνημείο

Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας. 
Και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος.



*Πηγή: http://www.pemptousia.gr/2018/04/i-diakenisimos-evdomada/


Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Πασχαλινή ανάρτηση


Τα κόκκινα αυγά μας (παραδοσιακά με κρεμμύδια, μαϊντανό, μαντιλίδες, άνιθο)

Τα τσουρεκάκια μας
(η συνταγή είναι εδώ: http://eirini-nikolaou.blogspot.gr/2018/04/blog-post.html - αγαπημένη ιστοσελίδα της πρεσβυτέρας ΕΙΡΗΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Τα κουλούρια μας (συνταγή Αρχανιώτικη)


ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΝΑ ΑΞΙΩΘΟΥΜΕ!

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !





Ανοιξιάτικες φωτογραφίες από Μαρή Πόρο και Πίσω λιβάδια



Κάπου στην περιοχή από Μαρή Πόρο προς Καρνάρι

 Κόβοντας αμυγδαλιά
 Κατεβαίνοντας ρίζα-ρίζα το Γιούχτα
 Ωραία θέα προς ανατολικά (Βαθύπετρο)


Ωραία θέα προς νότια (περιοχή Επανωσήφη)
 Πάλι τη φούσκωσε την τσάντα!


Στα Πίσω Λιβάδια με τη φοιτήτριά μας, πάλι για χόρτα!






Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Παιδικά ποιήματα, τραγουδάκια, παροιμίες...


που μας μαθαίνανε οι γιαγιάδες και λέγαμε στα προσχολικά μας χρόνια






Βρέχει βρέχει και χιονίζει
και το μάρμαρο ποτίζει
κι η γιαγιά μου κοσκινίζει,
να μου κάνει μια κουλούρα,
σαν τ' αφέντη μου τη λούρα,
να τη βάλω στο πιθάρι,
να το φάω το Γενάρη,
με το θείο μου το Γιάννη.


Βρέχει βρέχει και βροντά
έλα παπαδιά κοντά,
να μοιράσομε τ' αυγά,
ένα συ κι ένα εγώ
κι ένα του παπά ο γυιός.


Μια φορά 'τανε μια γρα
και ξεμάτιζε κουκιά
και τσι φεύγει το κουκί
και τσι δίνει στο βυζί. 
(Αρχανιώτικη έκδοση)


Μια φορά 'τανε μια γρα
και ξεμάτιζε κουκιά
και τσι φεύγει το κουκί
στο παντέρμο τζι τ' αμάτι.
Βάνει ο γέρος ξύλα δε βγαίνει
βάνει ο γέρος αχιβάδα δε βγαίνει
βάνει και την κουμπάρα 
και πετάται σαν τη μπάλα!
(Λιθινιώτικη έκδοση)






Η ελιά


Ποίημα Κωστή Παλαμά


Eίμαι του ήλιου η θυγατέρα
H πιο απ’ όλες χαϊδευτή.
Xρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.
Όσο να πέσω νεκρωμένη,
Aυτόν το μάτι μου ζητεί.
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
Tριανταφυλλιά ή κιτριά·
Θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
Για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
M’ αγάπησε μία θεά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Όπου κι αν λάχω κατοικία,
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί·
Ώς τα βαθιά μου γηρατεία
Δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή·
Μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
Kι είμαι γεμάτη προκοπή·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
Tη γη εθάψαν μια φορά·
Πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
Στο Nώε η περιστερά·
Όλης της γης είχα γραμμένη
Tην εμορφιά και τη χαρά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Εδώ στον ίσκιο μου από κάτου
Ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
Kι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί·
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.






Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά...


Ποίημα Γεωργίου Δροσίνη

Το φθινόπωρο

Χειμώνιασε καὶ φεύγουν τὰ πουλιὰ 
γοργὰ ὁ πελαργὸς τὰ πελαγώνει
κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιὰ
χορτάριασε παντέρημη καὶ μόνη.

Τοῦ σπίνου χάθηκ’ ἡ γλυκιὰ λαλιά,
φοβήθηκε ὁ μελισσουργὸς τὸ χιόνι
κι ἡ σουσουράδα κάτω στὴν ἀκρογιαλιὰ
δὲν τρέχει, δὲν πηδᾶ, δὲν καμαρώνει.

Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδὶ
τοῦ φθινοπώρου φτωχικὸ παιδί,
ὁ καλογιάνος, πρόσχαρος προβάλλει,
μὲ λόγια ταπεινὰ καὶ σιγανά.

Μικρὸς προφήτης, φτερωτὸς μηνᾶ
τὴν Ἄνοιξη, ποὺ θὰ γυρίση πάλι.





Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Για το φύτεμα σ'τσι Λίμνες, του Μηνά Αγκριθαράκη


Ποίημα του Κωστή Γεργιανάκη, που περιγράφει την ιστορία αγοράς και καλλιέργειας του χωραφιού στις Λίμνες* όπου φύτεψε αμπέλι και έφτιαξε μετόχι, ο παππούς μας Μηνάς Αγκριθαράκης και όπου πέρασε τα μικράτα της η κόρη του, η γιαγιά Καλλιρρόη (μιλάμε για γύρω στο 1938 με '40).
*Λίμνες: περιοχή πίσω από τον Γιούχτα, στον Προφήτη Ηλία (παλιά ονομασία: Κανλί Καστέλι)

"Αγκριθαράκης ο Μηνάς από τσι Πάνω Αρχάνες
θέλει να κάμει φύτεμα, δεν έχει και παράδες.
Για ν' αγοράσει και τη γη, απού θα το φυτέψει,
για κείνο αποφάσισε σ' τσι Λίμνες να στρατέψει.


Λίμνες - ο παππούς Μηνάς Αγκριθαράκης στον οψιγιά,
στο βάθος ο Γιούχτας

Κι ένα πρωί σηκώνεται και πάει στο Καστέλι,
να βρει κανένα ανάξιο που να μην έχει αμπέλι,
να 'χει χωράφια άχρηστα, παιδιά που να βαριούνται
και να θωρούνε τη δουλειά και να τηνε φοβούνται.
Και στο Καστέλι έφτασε, μπαίνει στο καφεδάκι
και βρίσκει εκειά το Νικολή Ζαχαροστελλιανάκη.
Του είπε την ιδέα ντου, του είπε το σκοπό του,
για ποια αφορμή τον ώθησε και πήγε στο χωριό του.
Κι ο Νικολής τον ήπηρε και πάει στη μαμά του,
που 'χε χωράφια χέρ(ι)σα, (α)ντρομοίρι (=κληρονομιά) του μπαμπά του.
Και κει εσυμφωνήσανε αμπέλι να το βάλει, 
μα να το βάλει σουλτανί και όχι κοτσιφάλι.


Το αμπέλι στις Λίμνες - τρύγος

Μα έξι χρόνους συμφωνούν να το καλλιεργήσει,
να πάρει εκείνος το μισό και τ' άλλο να του αφήσει.
Απίτι (=κι αφού) (ε)συμφωνήσανε επήγε στο χωριό του
και το 'πε τσι γυναίκας του μαζί με των παιδιώ ντου.
Την άλλη μέρα τσι 'πηρε σ' τσι Λίμνες κατεβαίνει,
χαλίκια εμαζώνανε κι ήταν φχαριστημένοι.
Τσι χαρουπιές ξεπάτωσε  και τις (ε)ξεριζώνει, 
κεντρίζει όλες τσ' αχλαδιές και τους ενημερώνει.
Μα οι Καστελιανοί του λέγανε πως Νότος θα το βράζει,
μα εκείνος ξέρει τη δουλειά, για κείνο δεν τον νοιάζει.


Παρέα με Καστελιανούς: στη μεσαία σειρά από αριστερά, μετά τα παιδιά τρίτη η γιαγιά Καλλιρρόη, παραδίπλα της δεξιά προς τα κάτω η θεία η Άννα (του θείου Γιάννη), δίπλα της πιο χαμηλά η θεία Κατίνα, πίσω της η θεία Πελαγία και δίπλα της ο Δημοστέλης 

Οι Αρχανιώτες του 'λεγαν πως σιρμαγιά πως θέλει,
μα είχε διαθέσιμο πάντα του Δημοστέλη.
Τσι σκοίνους εξεπάτωνε και τους εξεριζώνει,
σ' τσ' Αρχάνες ξύλα τα πουλεί και τα λεφτά  μαζώνει.
Κι όλο ψωμί αγόραζε και τους ετροφοδότα
κι άσε τον κόσμο να ρωτά κι όλο γι' αυτόν ερώτα.
Τελείωσε το φύτεμα, το σκάψιμο αρχινίζει, 
πάλι χαλίκια διάλεγε σα να το κοσκινίζει.
Ο Γεργιανάκης του 'λεγε βαθιά να μην το σκάφτει,
για θα ξεράνει το φυτό και θα γενεί χωράφι.
Μα δεν του αφρουγκάστηκε και τώρα έχει ζάλη,
που θέλει ξαναφύτεμα, φυτά γυρεύει πάλι.
Μα όλα τα τελείωσε κι έχτισε και σπιτάκι,
μα θέλει να 'βρει και νερό απού δεν έχει στάξη (=σταγόνα).
Και το πηγάδι αρχίνισε κι οκτώ μέτρα τ' ανοίγει
και βρίσκει άφθονο νερό και τώρα ξεχειλίζει...."


Γεργιανάκης Κωνσταντίνος
(από το Βενεράτο (ή τη Γέργερη?), γείτονας στις Λίμνες,
η γυναίκα του Γαρεφαλιά από το Καστέλι)
Ήταν ανάπηρος του 1ου Παγκοσμίου πολέμου (στην Όαση στο Ηράκλειο αυτός φύτεψε τα πιο πολλά δένδρα στο Γεωπονικό κήπο), πολυτάλαντος και πανέξυπνος.
Έγραφε ποιήματα, ιστορίες, μαντινάδες, παροιμίες.



Για το θείο Γιάννη Αγκριθαράκη έβγαλε την εξής μαντινάδα:
"Η μοίρα μου με δίκασε, να ξοριστώ σ' τσι Λίμνες
να θέτω στην αμοναξά, κάτω σ' τσι αστιβίδες"

Για τη γιαγιά Καλλιρρόη έβγαλε:
"Δεν πάω μπλιο στο πρόβατο, μακάρι να ψοφήσει
γιατί κανείς τη βόσκισα, δεν πάει ν' αγαπήσει"



ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!