Σκοπός ιστολογίου

Για να προβάλουμε αυτά που μας παραδόθηκαν, να θυμόμαστε αυτούς που μας τα παράδωσαν, να μην ξεχνιόμαστε, να επικοινωνούμε και να μη χανόμαστε.....

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

"Ο Χριστός κι ο κουμαρτζής"


Μια φορά κι έναν καιρό που γύριζε ο Χριστός τον κόσμο με τους μαθητές του και δίδασκε, νυχτωθήκανε σ' ένα χωριό, χειμώνα με κρύο και βροχή και δεν είχαν που να μείνουν.
Εκεί που πήγαιναν, συναντούν έναν άνθρωπο και του λέει ο Χριστός:
- Κουμπάρε, θα μας ε κονέψεις στο σπίτι σου απόψε, γιατί είμαστε από ξένο τόπο και βρέχει και δεν έχουμε που να μείνουμε;
Τους κυττάζει αυτός καλά:
- Πολλοί είσαστε μπρε κουμπάρε και δεν έχω μεγάλο σπίτι, αλλά ελάτε και θα βολευτείτε.
Πάνε στο σπίτι,  μπαίνει αυτός πρώτος μέσα, ξυπνά τη γυναίκα του. Ξέχασα να σας πω, πως αυτός ο άνθρωπος ήταν κουμαρτζής και γύριζε αργά κάθε βράδυ, γιατί ήτανε στο κουμάρι (ήταν το ελάττωμά του να παίζει χαρτιά). Λέει λοιπόν στη γυναίκα του:
- Ξύπνα γυναίκα, γιατί έφερα παρέα που μου 'τυχε στο δρόμο και δεν έχουν που να μείνουν απόψε, μόνο σήκω να τους περιποιηθείς.
Τι να κάνει αυτή, σηκώνεται, ντύνεται και πάει να τους υποδεχτεί. Ανοίγει την πόρτα κι αρχίσανε να μπαίνουνε μέσα οι μουσαφίρηδες, ένας, δύο, τρεις, τέσσερεις, έξι, οκτώ, δέκα, δώδεκα οι μαθητές κι ένας ο Χριστός δεκατρείς! Η καϋμένη σάστισε! Άλλο δωμάτιο δεν είχανε, μόνο αυτό κι ένα άλλο που κοιμότανε αυτή με τον άντρα της και τα παιδιά της. Και δεν είχε και τίποτα για να φιλέψει τόσους ανθρώπους! Κάθονται, βολεύονται αυτοί όπως-όπως εδώ κι εκεί, εννοείται ότι δεν είχε τόσες καρέκλες, και της λέει ο άντρας της:
- Γυναίκα, φέρε πράμα να φάμε. Όπως λένε πάντα οι καλοί νοικοκύρηδες στην Κρήτη, άμα φέρουν παρέα στο σπίτι τους. Αυτή ντροπιασμένη, γιατί ήτανε φτωχοί - ο άντρας της και λίγα λεφτά που 'βγαζε τα 'τρωγε στο κουμάρι - του λέει:
- Δεν έχω πάρα μόνο λίγα χόρτα και λίγο ψωμί, που σου φύλαξα να φας εσύ.
Γυρίζει τότε ο Χριστός και της λέει:
- Φέρε τα χόρτα και το ψωμί και ξύπνησε και τα παιδιά σου.
Κάνει αυτή ό,τι της είπε. Στρώνει το τραπέζι, ξυπνά και τα παιδιά. Ευλογά ο Χριστός το τραπέζι, τρώνε όλοι, χορταίνουν και μένουν και 2 κοφίνια ψωμί! Το αντρόγυνο εθάμαξε, αλλά δε μίλησε κανείς τους. Οντο πήγανε να κοιμηθούνε λέει η γυναίκα στον άντρα της:
- Μπρε σύ αυτός ο άνθρωπος απου 'φερες απόψε είναι άγιος! Μήπως είναι ο Χριστός;
- Ντα κατέχω βρε γυναίκα;
Δεν συζητήσανε τίποτ' άλλο, κοιμηθήκανε.
Το πρωί σηκώνονται οι μουσαφίρηδες και ετοιμάζονται να φύγουνε. Λέει ο Χριστός στον άνθρωπο:
- Πες μου τι θες να σου χαρίσω, που με κράτησες απόψε στο σπίτι σου με τους μαθητές μου. Εγώ είμαι αυτός, που είπετε με τη γυναίκα σου τη νύχτα. Είμαι ο Χριστός, μόνο ζήτα μου ό,τι χάρη θες να σου κάμω.
- Δε θέλω τίποτα, μόνο να κερδίζω στα χαρτιά.
- Μα αυτό που μου ζητάς δεν είναι καλό. Δεν μπορώ να σου το κάμω. Ζήτα μου κάτι άλλο.
- Όχι εγώ θέλω αυτό, να κερδίζω στο κουμάρι.
Τρίτη φορά ο Χριστός προσπαθεί να του αλλάξει γνώμη "έχεις οικογένεια, παιδιά, ζήτα μου κάτι άλλο, δεν είναι σωστό αυτό". Αυτός τίποτα. Του λέει τότε ο Χριστός:
- Ε ας είναι ευλογημένος ο κόπος σου!
Από κει κι ύστερα, όποτε έπαιζε κουμάρι κέρδιζε πάντα! Έτσι έγινε πλούσιος. Περάσανε τα χρόνια, τακτοποίησε τα παιδιά του, ήρθε η ώρα του να πεθάνει. Λέει στη γυναίκα του:
- Γυναίκα, θέλω οντο πωθάνω, στην κάσα μου μέσα να μου βάλεις μια τράπουλα.
Λένε ότι όταν πεθάνει ο άνθρωπος η ψυχή του γυρίζει 40 μέρες. Εκιά που γύριζε λοιπόν η ψυχή του, βλέπει το διάβολο να κρατά μια ψυχή και να την τυρρανά και του λέει:
- Έρχεσαι να παίξομε κουμάρι; Κι αν σε κερδίσω θα μου δώσεις την ψυχή που κρατάς. Αν με κερδίσεις θα πάρεις κι εμένα.
Ο διάβολος, τόσο πονηρός που είναι, μη περιμένοντας ότι θα μπορούσε ποτέ να τον γελάσει άνθρωπος, του απαντά:
- Να παίξομε.
Παίζουνε και φυσικά κερδίζει ο άνθρωπος, γιατί είχε την ευλογία του Χριστού, και του δίνει την άλλη ψυχή ο διάβολος.
Ο άνθρωπος αυτός, ο  κουμαρτζής, ήταν να πάει στον Παράδεισο. Σέρνει λοιπόν και την άλλη ψυχή μαζί του. Του ανοίγει Άγγελος Κυρίου την πόρτα του Παραδείσου και του λέει:
- Εσύ είσαι δεκτός να μπεις μέσα, ο άλλος που έχεις μαζί σου δεν είναι.
- Θα μπει και αυτός μαζί μου, επιμένει ο άνθρωπος.
- Όχι, δεν επιτρέπεται, λέει ο Άγγελος. Τότε λέει ο άνθρωπος του Αγγέλου:
- Πήγαινε μέσα και πες του Κυρίου σου, ότι εγώ τον φιλοξένησα στο σπίτι μου, δώδεκα οι μαθητές του κι ένας αυτός δεκατρείς κι εγώ σέρνω έναν και δεν μπορεί να τον βάλει μέσα;...

Κι έτσι σώθηκε και η άλλη ψυχή από του σατανά τα χέρια!!!

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!



 

1 σχόλιο:

Γεωργία Παπαδάκη είπε...

Πολύ το πάω αυτό το παραμύθι!
Μου άρεσε πάντα από παλιά! Ήταν το αγαπημένο μου!!!