Σκοπός ιστολογίου

Για να προβάλουμε αυτά που μας παραδόθηκαν, να θυμόμαστε αυτούς που μας τα παράδωσαν, να μην ξεχνιόμαστε, να επικοινωνούμε και να μη χανόμαστε.....
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Παιδικά ποιήματα, τραγουδάκια, παροιμίες...


που μας μαθαίνανε οι γιαγιάδες και λέγαμε στα προσχολικά μας χρόνια






Βρέχει βρέχει και χιονίζει
και το μάρμαρο ποτίζει
κι η γιαγιά μου κοσκινίζει,
να μου κάνει μια κουλούρα,
σαν τ' αφέντη μου τη λούρα,
να τη βάλω στο πιθάρι,
να το φάω το Γενάρη,
με το θείο μου το Γιάννη.


Βρέχει βρέχει και βροντά
έλα παπαδιά κοντά,
να μοιράσομε τ' αυγά,
ένα συ κι ένα εγώ
κι ένα του παπά ο γυιός.


Μια φορά 'τανε μια γρα
και ξεμάτιζε κουκιά
και τσι φεύγει το κουκί
και τσι δίνει στο βυζί. 
(Αρχανιώτικη έκδοση)


Μια φορά 'τανε μια γρα
και ξεμάτιζε κουκιά
και τσι φεύγει το κουκί
στο παντέρμο τζι τ' αμάτι.
Βάνει ο γέρος ξύλα δε βγαίνει
βάνει ο γέρος αχιβάδα δε βγαίνει
βάνει και την κουμπάρα 
και πετάται σαν τη μπάλα!
(Λιθινιώτικη έκδοση)






Η ελιά


Ποίημα Κωστή Παλαμά


Eίμαι του ήλιου η θυγατέρα
H πιο απ’ όλες χαϊδευτή.
Xρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.
Όσο να πέσω νεκρωμένη,
Aυτόν το μάτι μου ζητεί.
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
Tριανταφυλλιά ή κιτριά·
Θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
Για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
M’ αγάπησε μία θεά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Όπου κι αν λάχω κατοικία,
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί·
Ώς τα βαθιά μου γηρατεία
Δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή·
Μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
Kι είμαι γεμάτη προκοπή·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
Tη γη εθάψαν μια φορά·
Πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
Στο Nώε η περιστερά·
Όλης της γης είχα γραμμένη
Tην εμορφιά και τη χαρά·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 
Εδώ στον ίσκιο μου από κάτου
Ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
Kι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί·
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί·
  Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.






Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά...


Ποίημα Γεωργίου Δροσίνη

Ο καλογιάννος

Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά 
γοργός ὁ γερανός τα πελαγώνει
κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Τοῦ σπίνου χάθηκ’ ἡ γλυκιά λαλιά,
φοβήθηκε ὁ μελισσουργός το χιόνι
κι ἡ σουσουράδα στην ἀκρογιαλιά
δεν τρέχει, δεν πηδᾶ, δεν καμαρώνει.

Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδί
τοῦ φθινοπώρου φτωχικό παιδί,
ὁ καλογιάννος, πρόσχαρος προβάλλει.

Με λόγια ταπεινά και σιγανά, 
μικρός προφήτης, φτερωτός μηνᾶ
την Ἄνοιξη, που θα γυρίση πάλι.





Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Για το φύτεμα σ'τσι Λίμνες, του Μηνά Αγκριθαράκη


Ποίημα του Κωστή Γεργιανάκη, που περιγράφει την ιστορία αγοράς και καλλιέργειας του χωραφιού στις Λίμνες* όπου φύτεψε αμπέλι και έφτιαξε μετόχι, ο παππούς μας Μηνάς Αγκριθαράκης και όπου πέρασε τα μικράτα της η κόρη του, η γιαγιά Καλλιρρόη (μιλάμε για γύρω στο 1938 με '40).
*Λίμνες: περιοχή πίσω από τον Γιούχτα, στον Προφήτη Ηλία (παλιά ονομασία: Κανλί Καστέλι)

"Αγκριθαράκης ο Μηνάς από τσι Πάνω Αρχάνες
θέλει να κάμει φύτεμα, δεν έχει και παράδες.
Για ν' αγοράσει και τη γη, απού θα το φυτέψει,
για κείνο αποφάσισε σ' τσι Λίμνες να στρατέψει.


Λίμνες - ο παππούς Μηνάς Αγκριθαράκης στον οψιγιά,
στο βάθος ο Γιούχτας

Κι ένα πρωί σηκώνεται και πάει στο Καστέλι,
να βρει κανένα ανάξιο που να μην έχει αμπέλι,
να 'χει χωράφια άχρηστα, παιδιά που να βαριούνται
και να θωρούνε τη δουλειά και να τηνε φοβούνται.
Και στο Καστέλι έφτασε, μπαίνει στο καφεδάκι
και βρίσκει εκειά το Νικολή Ζαχαροστελλιανάκη.
Του είπε την ιδέα ντου, του είπε το σκοπό του,
για ποια αφορμή τον ώθησε και πήγε στο χωριό του.
Κι ο Νικολής τον ήπηρε και πάει στη μαμά του,
που 'χε χωράφια χέρ(ι)σα, (α)ντρομοίρι (=κληρονομιά) του μπαμπά του.
Και κει εσυμφωνήσανε αμπέλι να το βάλει, 
μα να το βάλει σουλτανί και όχι κοτσιφάλι.


Το αμπέλι στις Λίμνες - τρύγος

Μα έξι χρόνους συμφωνούν να το καλλιεργήσει,
να πάρει εκείνος το μισό και τ' άλλο να του αφήσει.
Απίτι (=κι αφού) (ε)συμφωνήσανε επήγε στο χωριό του
και το 'πε τσι γυναίκας του μαζί με των παιδιώ ντου.
Την άλλη μέρα τσι 'πηρε σ' τσι Λίμνες κατεβαίνει,
χαλίκια εμαζώνανε κι ήταν φχαριστημένοι.
Τσι χαρουπιές ξεπάτωσε  και τις (ε)ξεριζώνει, 
κεντρίζει όλες τσ' αχλαδιές και τους ενημερώνει.
Μα οι Καστελιανοί του λέγανε πως Νότος θα το βράζει,
μα εκείνος ξέρει τη δουλειά, για κείνο δεν τον νοιάζει.


Παρέα με Καστελιανούς: στη μεσαία σειρά από αριστερά, μετά τα παιδιά τρίτη η γιαγιά Καλλιρρόη, παραδίπλα της δεξιά προς τα κάτω η θεία η Άννα (του θείου Γιάννη), δίπλα της πιο χαμηλά η θεία Κατίνα, πίσω της η θεία Πελαγία και δίπλα της ο Δημοστέλης 

Οι Αρχανιώτες του 'λεγαν πως σιρμαγιά πως θέλει,
μα είχε διαθέσιμο πάντα του Δημοστέλη.
Τσι σκοίνους εξεπάτωνε και τους εξεριζώνει,
σ' τσ' Αρχάνες ξύλα τα πουλεί και τα λεφτά  μαζώνει.
Κι όλο ψωμί αγόραζε και τους ετροφοδότα
κι άσε τον κόσμο να ρωτά κι όλο γι' αυτόν ερώτα.
Τελείωσε το φύτεμα, το σκάψιμο αρχινίζει, 
πάλι χαλίκια διάλεγε σα να το κοσκινίζει.
Ο Γεργιανάκης του 'λεγε βαθιά να μην το σκάφτει,
για θα ξεράνει το φυτό και θα γενεί χωράφι.
Μα δεν του αφρουγκάστηκε και τώρα έχει ζάλη,
που θέλει ξαναφύτεμα, φυτά γυρεύει πάλι.
Μα όλα τα τελείωσε κι έχτισε και σπιτάκι,
μα θέλει να 'βρει και νερό απού δεν έχει στάξη (=σταγόνα).
Και το πηγάδι αρχίνισε κι οκτώ μέτρα τ' ανοίγει
και βρίσκει άφθονο νερό και τώρα ξεχειλίζει...."


Γεργιανάκης Κωνσταντίνος
(από το Βενεράτο (ή τη Γέργερη?), γείτονας στις Λίμνες,
η γυναίκα του Γαρεφαλιά από το Καστέλι)
Ήταν ανάπηρος του 1ου Παγκοσμίου πολέμου (στην Όαση στο Ηράκλειο αυτός φύτεψε τα πιο πολλά δένδρα στο Γεωπονικό κήπο), πολυτάλαντος και πανέξυπνος.
Έγραφε ποιήματα, ιστορίες, μαντινάδες, παροιμίες.



Για το θείο Γιάννη Αγκριθαράκη έβγαλε την εξής μαντινάδα:
"Η μοίρα μου με δίκασε, να ξοριστώ σ' τσι Λίμνες
να θέτω στην αμοναξά, κάτω σ' τσι αστιβίδες"

Για τη γιαγιά Καλλιρρόη έβγαλε:
"Δεν πάω μπλιο στο πρόβατο, μακάρι να ψοφήσει
γιατί κανείς τη βόσκισα, δεν πάει ν' αγαπήσει"



ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!



Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Το ευλογημένο καράβι

Αγαπημένο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)

«Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;
Άνεμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,
πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»

«Για χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή.
Θα φέξουνε φάροι πολλοί να περάσω.
Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω
με πρίμο αγεράκι, μ’ ακέριο πανί.»

 «Κι οι κάβοι αν σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό
και πάρει τους ναύτες και τον τιμονιέρη;
Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»

«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου, που ασπρίζει,
για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία·
ορθός ο Χριστός το τιμόνι μου αγγίζει,
στην πλώρη μου στέκει η παρθένα Μαρία.»




Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Τι λοιπόν;

Ποίημα Γεωργίου Δροσίνη


Τῆς ζωῆς μας τὸ σύνορο
Θὰ τὸ δείχνει ἕνα ὀρθὸ κυπαρίσσι;

Κι ἀπὸ ὅ,τι εἴδαμε, ἀκούσαμε, ἀγγίξαμε
Τάφου γῆ θὰ μᾶς ἔχει χωρίσει;

Ὅ,τι ἀγγίζουμε, ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε
Τοῦτο μόνο ζωή μας τὸ λέμε;

Κι αὐτὸ τρέμουμε μήπως τὸ χάσουμε
Καὶ χαμένο στοὺς τάφους τὸ κλαῖμε;

Σ’ ὅ,τι ἀγγίζουμε, ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε
Τῆς ζωῆς μας ὁ κόσμος τελειώνει;

Τίποτε ἄλλο; Στερνό μας ἀπόρριμα
Τὸ κορμὶ ποὺ σκορπιέται καὶ λιώνει;

Κάτι ἀνέγγιχτο ἀνήκουστο ἀθώρητο
Μήπως κάτω ἀπ’ τοὺς τάφους ἀνθίζει;

Κι ὅ,τι μέσα μας κρύβεται ἀγνώριστο
Μήπως πέρα ἀπ’ τὸ θάνατο ἀρχίζει;

Μήπως ὅ,τι θαρροῦμε βασίλεμα,
Γλυκοχάραμα αὐγῆς εἶναι πέρα;

Κι ἀντὶ νὰ ‘ρθει μιὰ νύχτ’ ἀξημέρωτη,
Ξημερώνει μιὰ ἀβράδιαστη μέρα;

Μήπως εἶναι ἡ ἀλήθεια στὸ θάνατο
Κι ἡ ζωὴ μήπως κρύβει τὴν πλάνη;

Ὅ,τι λέμε πὼς ζεῖ, μήπως πέθανε
Κι εἶναι ἀθάνατο, ὅ,τι ἔχει πεθάνει;






Πίστη

Ποίημα Γεωργίου Δροσίνη

Δεν έχεις Πίστη, όταν τα στάχυα σου
προσμένεις να γενούν σιτάρι,
κι από τ' άκαρπο δεντρί, που κέντρωσες,
προσμένεις καρπερό βλαστάρι!

Πίστη έχεις, όταν από το χέρσωμα
κι από τα αστραποκαμένα ξύλα,
προσμένεις τους καρπούς ολόδροσους
και καταπράσινα τα φύλλα.


Δεν έχεις Πίστη, όταν, πηγαίνοντας
το δρόμο του βουνού, προσμένεις
να φτάσεις ως το ανάερο ψήλωμα
κάποιας κορφής μαρμαρωμένης.

Πίστη έχεις, όταν, αλυσόδετος,
μέσα από τα βάθη της αβύσσου,
προσμένεις ως τα ουράνια ελεύτερο
να φτερουγίσει το κορμί σου.


Δεν έχεις Πίστη, όταν τ' απόβραδο
προσμένεις να προβάλλουν τ' άστρα,
και με του πετεινού το λάλημα
να φέξη η αυγή ροδογελάστρα!

Πίστη έχεις, όταν- όσο αλόγιστο
και πλάνο ο νους σου κι αν το ξέρει-
προσμένεις ήλιο τα μεσάνυχτα
κι αστροφεγγιά το μεσημέρι.


Δεν έχεις Πίστη, όταν, πιστεύοντας,
ρωτάς την κρίση και τη γνώση!
Δεν έχεις Πίστη, όταν την πίστη σου
στο λογικό έχεις θεμελιώσει!

Πίστη έχεις, όταν κάθε σου όνειρο
το ανάφτεις στο βωμό της τάμα,
κι αν κάποιο τάμα σου είναι αδύνατο,
προσμένεις να γενεί το θάμα.